Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Naming my moods is tricky. Trying to make it easy. Pitching my life in one song. Trying to make it interesting. Staring at your friend who was supposed to bring me something from you earlier today. Excuse me for being naughty. I can't risk to hold my will no more. Forgive me for getting scary. I'm risking my life when I'm not myself. Staring at your friend who was supposed to bring me something from you earlier today. Soon I will try to follow the path of the "no longer here". Making my way to silence. Silence, you tell me, does not exist. Staring at your friend who was supposed to bring me something from you earlier today.

M&tB

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

(χωρίς λόγια)




W
altz with Bashir


Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

(Ρωτήθηκα γιατί σταμάτησα να γράφω. Κάποιο δύστυχο παιδί μέσα μου εγκλωβίστηκε και το δρόμο προς τα έξω τον έχει χάσει οριστικά.)

Να βάφεις το στόμα στο πιο άλικο κόκκινο για να πείσεις τους άλλους πως ρέει ακόμη αίμα στις φλέβες σου. Να περπατάς με πόδια γυμνά κατακαλόκαιρο πάνω σε κάποια άσφαλτο καυτή μονάχα για να νιώσεις πως αισθάνεσαι. Τον γύρω σου τον πόνο να χαρτογραφείς κι ύστερα ευλαβικά να τον ρουφάς, σαν να ‘ταν οξυγόνο. Να κλαις μα να μη κλαις και να γελάς ειρωνικά που η λιπόψυχή σου φύση και στην αλήθεια δείχνει αδυναμία. Γύρω σου να κοιτάς μα να μη βλέπεις, από ηλεκτρικούς λαμπτήρες κάτω να ξοδεύεσαι, ώρα την ώρα να χαλάς τα μάτια σου• τυφλός να μείνεις. Να βαραίνεις και να νιώθεις το σφυγμό να κατεβαίνει ταχύς προς τη λεκάνη σου -κυοφορείς, άλλωστε, πολλούς ακόμη φόβους-, να βαραίνεις και να πνίγεσαι στις νότες κάποιας ατραγούδιστης βροχής. Να βουτάς στις λάσπες κι ύστερα πάλι να φωνάζεις με φωνή βουβή, μήπως κάποιος βρεθεί και σε βγάλει. Μονάχα εσύ να σε ακούς πώς άγαρμπα χτυπάς στο πάτωμα και στο λευκό των τοίχων, να σε ακούς να πλέεις και να γδέρνεσαι, να ακούς τον ήχο της αγρύπνιας σου τις νύχτες, τη μελάνη που δε ξόδεψες παρά σε ασυναρτησίες, να ακούς τα «σώπα» και τα «μη», τον άνεμο όπως σφυρίζει δυνατός μες απ’ τις γρίλιες, την αγωνία σου να γίνεις στους απίστους πιστευτός, να σε ακούς να διαμελίζεσαι και σα τριβέλι ο θόρυβος να σου τρυπά τ’ αυτιά σου, να ακούς το κλάμα με λυγμούς των παιδικών σου χρόνων και την ασθματική σου ανάσα που δε μπορεί να φύγει.

Έχω ανάγκη κάποιον να μη ζητά τις ιστορίες μου να διηγηθώ. Έχω ανάγκη κάποιον για να ζαρώσω κάτω στα πόδια του κι εκεί να παύσω το μυαλό μου.

Τρίτη, 09 Δεκεμβρίου 2008

Paranoid Circus

Δεν είμαι το οργισμένο νιάτο που θα σηκώσει το λάβαρο της επανάστασης ενάντια στο κατεστημένο. Ούτε καίει μέσα μου η ελπίδα πως έχω τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο. Δεν είμαι η φωνή της δικαιοσύνης που θα αποδώσει ευθύνες βάζοντας στο εδώλιο και τιμωρώντας παραδειγματικά τον ένοχο, ούτε ο άνθρωπος που με δακρύβρεχτους επικήδειους λόγους θα σπείρει σπόρους ανακούφισης για την ψυχή που έφυγε. Δεν εκπροσωπώ καν την άστεγη γενιά μου. Έχω όμως τη βαθύτατη ανάγκη να εκφράσω την αισχύνη που νιώθω για την παθογένεια της κοινωνίας της οποίας θεωρούμαι μέλος. Έχω την ανάγκη να εκφράσω την οργή, την απογοήτευση και την απόγνωση που αισθάνομαι για τις σημερινές ημέρες και για όσα σταδιακά οδήγησαν σε αυτές.

Οργή. Οργή για την αδικοχαμένη ψυχή, οργή για το ακατάρτιστο «όργανο της τάξης», οργή για τους αδέξιους χειρισμούς των κρατικών αρχών, οργή για τη μωρία των πολιτών, οργή για τον παράλογο αφανισμό των πόλεων, οργή για τη διαστρέβλωση του μηνύματος της αναρχίας και για την αντικατάστασή του με πράξεις βίας και βανδαλισμού ως μέσο τρομοκρατίας (ποιανού όμως;). Οργή που, παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι ξεχνούν κι αφήνουν την καθημερινότητα να καταπιεί τις ιστορίες που πρέπει να θυμούνται. Οργή για την ακατέργαστη κοινωνία μας, για την αδυναμία της να σηκώσει το βάρος πως είναι ανεπαρκής, πως αποτύγχανε να κερδίσει το στοίχημα με τον πολιτισμένο κόσμο, πως υστέρησε στον αγώνα για μια πολιτισμένη πορεία.

Απογοήτευση. Η απογοήτευση για ένα κράτος ατιμωρησίας, για ένα κράτος που δεν ελέγχει, δεν εποπτεύει και δε χαλιναγωγεί, μα αντίθετα, εδραιώνει την αυθαιρεσία στα πέρατά του, ευνοεί την απόκτηση εξουσίας από άτομα ανίκανα να εκπληρώσουν τις τυπικές έστω υποχρεώσεις τους και ενθαρρύνει την προαγωγή του προσωπικού συμφέροντος εις το όνομα της υπεράσπισης ενός δήθεν συλλογικού. Η απογοήτευση γι αυτό που θέλει να ονομάζεται «σώμα τάξης και ασφαλείας», ένα σώμα που ωχριά στο σαματά και στη σύγχυση, ικανό μοναχά για να παραμερίζει και να πειθαρχεί με βία τους αδυνάτους. Η απογοήτευση για την αδιάκοπη παραγωγή αυριανών ανθρώπων (;) δίχως βούληση και πόθο, δίχως κριτική ικανότητα και ηθικές αξίες.

Απόγνωση. Η απόγνωση να νιώθεις άνθρωπος στον πυρήνα μιας αγέλης ζώων. Η απόγνωση του παρατηρητή της έκφρασης των πιο βαθύρριζων ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης. Εκείνου που βλέπει και ζει και υφίσταται την άλογη καταστροφή, εκείνου που, με τρόμο, σφαλίζει την πόρτα στο σπίτι του, εκείνου που δεν απαριθμεί τις οφειλές του στον κόσμο για τι ο κόσμος είναι μία συμπαγής μάζα που φοβάται. Εκείνου του ανθρώπου που, κάποιος, κάποτε, του δίδαξε αρχές όπως «Δικαιοσύνη», «Αγάπη» και «Ηθική», αρχές που θα μείνουν μέσα του άπραγες καθώς ποτέ του δε θα μοιραστεί.

Σε μια κοινωνία που επιμένει να συντηρεί τον όχλο, σε μια κοινωνία που καταπίνει τις ατομικές αποκλίσεις ως ενδεχόμενες αιτίες διαίρεσής της, σε μια κοινωνία με όραση λειψή, είμαι εγώ κι είναι και άλλοι τόσο αποθαρρυμένοι που δε θα ορθώσουμε πια το κεφάλι, ούτε θα αντιμετωπίσουμε τα γενόμενα λογικά, με την προσωπική μας ευαισθησία και συνείδηση, μα θα δράσουμε σαν αιχμάλωτοί της.

Κάνοντας μια απογραφή συναισθημάτων, αυτό που είναι κυρίαρχο είναι ο φόβος. Φόβος όχι πια για την πολιτική ηγεσία. Φόβος για όσα με περικλείουν. Φόβος για τη μάζα που θα ησυχάσει μοναχά όταν δει τον «ένοχο» απαγχονισμένο σε περίοπτο σημείο των Αθηνών. Φόβος για τη μάζα που δε σκέπτεται αλλά δρα εν βρασμώ, για το κοινωνικό σώμα που πλανεύει και πλανεύεται, φόβος για μένα και τη βουβή φωνή μου.

Θα ζητήσω ανθρωπιά. Η μουδιασμένη μου ψυχή μου δίνει αυτή την αξίωση.

(Κι ας διανύουμε καιρούς που τέτοιες απαιτήσεις φαντάζουν ουτοπικές. Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, έτσι λένε.)

Ε.

Τετάρτη, 03 Σεπτεμβρίου 2008


Ένωσέ με, ταίριαξέ με, να δεις άμα σου κάνω.

Κι αν δε σου κάνω, πάλι, υπάρχουν τα σκουπίδια.


Ι


Φτάνουν χαράματα και ώρες που τα χείλη σου μαραίνονται, χάνουν το σχήμα τους και την αλλοτινή φωτιά, και σβήνουν. Έρχονται πτήσεις σε παράξενους βυθούς, με φυσαλίδες και κοχύλια και πύρινα κοράλλια, πτήσεις σ’ απύθμενα νερά και παγωμένες θάλασσες, μάτια υγρά, πάντοτε υγρά, για να βουλιάζεις μέσα τους και να σε ταπεινώνουν. Στιγμές που σαν παράθυρα διάπλατα ανοίγουνε, βιαστικά να σου χαρίσουν τις παλιές σου ματαιοδοξίες, λίγη της νιότης μυρωδιά, μην τύχει και ξεχάσεις. Δεν έχεις λέξεις τότε να αρθρώσεις, τα λόγια είναι αμίλητα κι η απουσία κρότος που συνθλίβει.

Χώρα δεν έχω και πατρίδα, κι οι ώρες τούτες μοιάζουν να μεγαλώνουν. Ο ήλιος έχει παγώσει και κουβαλάει μέσα του βροχές, στέκεται καρτερικά ψηλά απ’ το κεφάλι μου και όταν φτάσει η στιγμή, θα τις ρίξει όλες απάνω μου. Μήπως και γιάνει η άγονη ψυχή μου, μήπως και νιώσω ζωντανή.


ΙΙ

Κάνω να φορέσω νέα μάτια, να αντικρύσω γύρω μου τη γη αλλιώτικα. Να μάθω, λέει, να γλύφω όλες του κόσμου τις πληγές και να τις καταπίνω, να διψώ για βλέμματα, για ψέματα, να κυνηγώ μικρούς Ιούδες και να τους ανταμείβω για την πλαστική μου τη χαρά. Νύχτες να τις διασχίζω και όταν νιώθω τα πόδια μου ανήμπορα, να σταματώ και να γυρνώ στο πίσω. Στα δύσκολα, να τρέχω στη σοφίτα μου, αθόρυβα ν’ αμπαρώνω πόρτες και παράθυρα για να κρυφτώ. Να λερώνω τις παλάμες μου με φόβους και να πασχίζω να κρατήσω τη ζωή, όταν όλα έχουνε πεθάνει.

Τα μάτια μου στην πρώτη δοκιμή χαλάνε, ευτυχώς έχω στην τσέπη τα παλιά. Δε θα κρατήσω εγώ γυαλί που έχει σπάσει. Τον άνθρωπο θα ψάχνω και θα ζητώ πυξίδα. Λευκή και άσπιλη θα μένω κι όταν το μέσα μου θα μοιάζει να πετρώνει, τα χέρια μου θα βάζω μες στη φωτιά για να το κάψω πάλι. Θα ονειρεύομαι, έστω και όνειρα ανέφικτα, και θα γελώ με την ανεπαρκή μου φύση. Δε θα μου φτάνουν οι νοθείες, το βλέμμα δε θα ρίχνω χαμηλά από ενοχές σαν με κοιτάζουν οι κακότυχοι και οι κατατρεγμένοι, το χέρι θα τους τείνω, μαζί να σηκωθούμε.

Ε.

(Φωτογραφίες: www.deviantart.com
Χρήστης: m0thyyku)